Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποχαιρετώ
- απόδοση: χαιρετώ άτομο ή ομάδα ατόμων που αποχωρίζομαι / αποχωρίζομαι κάτι που αγαπούσα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
στο λιμάνι του Πορτ Σάιντ μας αποχαιρέτησαν οι συνεργάτες του πατέρα





