Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξερευνώ
- απόδοση: ενεργώ με επιτόπια έρευνα ενός τόπου προκειμένου να συλλέξει πληροφορίες / μελετώ λεπτομερώς
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εξερεύνησε ανεξερεύνητους τόπους της Αφρικανικής Ηπείρου στην εποχή του





