Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μεγιστοποιώ
- απόδοση: ενεργώ προκειμένου να δημιουργήσω κάτι στον ανώτατο δυνατό βαθμό
- αντίθετο: ελαχιστοποιώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ικανός να μεγιστοποιεί τα προσδοκώμενα οφέλη





