Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
νοσώ
- απόδοση: είμαι ασθενής / βρίσκομαι σε κακή κατάσταση από λειτουργικής απόψεως
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
πληροφορήθηκα πως νοσεί από διημέρου ευρισκόμενος εκτός εργασίας
τις τελευταίες δεκαετίες οι κοινωνικοί θεσμοί νοσούν βαρύτατα





