Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συνθλίβω
- απόδοση: ασκώ σε κάτι ιδιαίτερα μεγάλη πίεση ώστε να πολτοποιηθεί ή να μεταβληθεί σε άμορφη μάζα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αποτέλεσμα του τροχαίου υπήρξε το να συνθλιβεί ένα από τα επιβαίνοντα άτομα





