Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καταπονώ
- απόδοση: εξαντλώ σωματικά / υποβάλλω σε καταπόνηση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το πρόσβαρο σώμα καταπονεί την καρδιά δυσχεραίνοντας την ομαλή λειτουργία της





