Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκτρέφω
- απόδοση: τρέφω συστηματικά ζώο προκειμένου να προσφέρει έργο υπηρεσίες ή προς πολλαπλασιασμό / συντηρώ / ανατρέφω / διαπαιδαγωγώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τον εξέθρεψε το όραμα της στρατιωτικοποιημένης κοινωνίας





