Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συνυφαίνω
- απόδοση: παρεμβάλλω κατά την ύφανση κάποιο διαφορετικό υλικό / συκοφαντώ / εξυφαίνω συνωμοσία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η ανάπτυξη του τόπου είναι συνυφασμένη με την εξεύρεση κεφαλαίων
√ απόδοση: που βρίσκεται σε αλληλεξάρτηση





