Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
τεκμαίρομαι
- απόδοση: συμπεραίνω / για κάτι το αποδεικνυόμενο με τεκμήρια
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δεν τεκμαίρεται η μοιχεία από τα υπάρχοντα στοιχεία
εκ των διασταυρωμένων πληροφοριών που λάβαμε τεκμαίρεται η αφερεγγυότητα του προσώπου





