Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ενυδατώνω
- απόδοση: προκαλώ ενυδάτωση
- αντίθετο: αφυδατώνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
χρησιμοποιεί ενυδατικές κρέμες προκειμένου να ενυδατώσει το δέρμα του που παρουσιάζει ξηροδερμία





