Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
οπλοφορώ
- απόδοση: φέρω φορητό όπλο κατόπιν αδείας ή παρανόμως / είμαι οπλισμένος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
λόγω ανοικτών λογαριασμών με υποκοσμιακά στοιχεία οπλοφορεί





