Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κλονίζω
- απόδοση: προκαλώ έλλειψη σταθερότητας & ισορροπίας / δημιουργώ συνθήκες αστάθειας / προκαλώ αβεβαιότητα / διαταράσσω την σωματική ή την ψυχική ισορροπία κάποιου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο πρόωρος θάνατος του συζύγου της κλόνισε την πίστη της
οι φήμες περί εξωσυζυγικής σχέσεως κλόνισαν ανεπανόρθωτα το κύρος της
το εξαντλητικό ωράριο εργασίας κλόνισε την υγεία του
το θανατηφόρο τροχαίο της κόρης της προκάλεσε κλονισμένα νεύρα





