Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
νουθετώ
- απόδοση: συμβουλεύω κυρίως νεαρό άτομο προκειμένου να αποτραπεί σφάλμα ή προκειμένου να τον συνετίσω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αν & απογοητευμένος από την συμπεριφορά του εξακολουθεί να την νουθετεί





