Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
περιποιούμαι
- απόδοση: προσφέρω με προθυμία εξυπηρέτηση υπηρεσίες βοήθεια / βελτιώνω την εξωτερική εμφάνιση σε κάτι ή σε κάποιον / ευπρεπίζω την ίδια εμφάνιση / δείχνω προθυμία εξυπηρέτησης με υποκριτική διάθεση / τιμωρώ δια ύβρεων ή ξυλοδαρμού κάποιον που με ενόχλησε
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εμφανίζεται πάντα περιποιημένη ανεξαρτήτως διαθέσεως





