Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προπορεύομαι
- απόδοση: προχωρώ μπροστά από τους άλλους / κατέχω την πρώτη θέση / προηγούμαι / υπερέχω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ως καλλιτέχνης προπορεύεται της εποχής του





