Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αντιδικώ
- απόδοση: βρίσκομαι σε αντιδικία με φυσικό ή νομικό πρόσωπο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η πλήρης έλλειψη συμβιβαστικής διάθεσης τον οδήγησε να αντιδικήσει μαζί του επί μακρόν





