Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καταβαραθρώνω
- απόδοση: προκαλώ πλήρη αποτυχία / προκαλώ καταστροφή προσώπου έργου ή θεσμού
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δια της σπάταλης ζωής καταβαράθρωσε οικονομικά την οικογενειακή επιχείρηση





