Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
βασανίζω
- απόδοση: υποβάλω σε σωματική ή ψυχική ταλαιπωρία / παιδεύω / εξετάζω εξαντλητικά
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
μην την ταλαιπωρείται αδίκως για βασανισμένη γυναίκα πρόκειται
τον βασανίζει το θέμα της επαγγελματικής αποκατάστασης του προβληματικού ψυχισμού υιού





