Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συγκλονίζω
- απόδοση: σείω συθέμελα / συνταράσσω / προξενώ έντονη συγκίνηση ή ψυχική ταραχή
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η είδηση θανάτου του Αρχιεπισκόπου συγκλόνισε το πανελλήνιο





