Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μισθώνω
- απόδοση: αποκτώ το δικαίωμα χρήσεως έναντι συμφωνηθέντος χρηματικού ποσού
- αντίθετο: εκμισθώνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
μίσθωσε φορτηγό πλοίο για την μεταφορά των εμπορευμάτων του στην Ισπανία





