Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκμισθώνω
- απόδοση: παραχωρώ το δικαίωμα χρήσεως έναντι συμφωνηθέντος ποσού για ορισμένο χρονικό διάστημα
- αντίθετο: μισθώνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
του εκμίσθωσε φορτηγό πλοίο για την μεταφορά των εμπορευμάτων στην Ιταλία





