Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ανατρέχω
- απόδοση: στρέφω την σκέψη μου σε κάτι που με απασχολεί / αναζητώ σε κείμενο κάποια πληροφορία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αρέσκεται να ανατρέχει σε κείμενα αρχαίων συγγραφέων





