Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
οπισθοδρομώ
- απόδοση: ακολουθώ αντίστροφη εξελικτική πορεία καταλήγοντας σε προηγούμενο στάδιο ολιγότερο εξελιγμένο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η εταιρεία οπισθοδρόμησε λόγω σφαλμάτων της οικονομικής διαχείρισης
ο φανατισμός οπισθοδρομεί κοινωνικά σύνολα προς την βαρβαρότητα





