Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διακωμωδώ
- απόδοση: καυτηριάζω πρόσωπο ή κατάσταση παρουσιάζοντας αυτά με κωμικό τρόπο προκειμένου να διασκεδάσουν οι θεατές οι ακροατές ή οι αναγνώστες μου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αρέσκεται να διακωμωδεί την οικονομική κατάσταση που αντιμετωπίζει





