Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συνεισφέρω
- απόδοση: συμβάλλω ηθικώς ή υλικώς μαζί με άλλους με σκοπό την επιτυχή κατάληξη κάποιου σκοπού
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
είναι διατεθειμένος να συνεισφέρει στον κοινό σκοπό δια των γνώσεών του





