Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επενδύω
- απόδοση: καλύπτω επιφάνεια στερεού με άλλο στερεό υλικό αποσκοπώντας στη ενίσχυση στην προφύλαξη ή στην διακόσμηση αυτού / διαθέτω τα απαραίτητα κεφάλαια για ίδρυση επέκταση ή εξαγορά οικονομικής επιχείρησης / διαθέτω χρήματα για την αγορά μη καταναλωτικών αγαθών / εξαρτώ προσδιορισμένο στόχο από κάποιον ή από κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
σε τούτη την φιλική σχέση επένδυσε αρκετά & έλαβε ελάχιστα





