Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποτολμώ
- απόδοση: ενεργώ αψηφώντας κινδύνους ή δυσκολίες / συμπεριφέρομαι με έλλειψη σεβασμού & ευπρέπειας
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αποτόλμησε να μειώσει την προσωπική συμβολή του αποθανόντος στο έργο ανάπλασης του ιστορικού κέντρου της πόλεως





