Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αεροβατώ
- απόδοση: ονειροπολώ ζώντας σε κόσμο φαντασιώσεων / δεν έχω συναίσθηση της πραγματικότητος γύρω μου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αντί να εκφρασθεί δια ορθού & ρεαλιστικού πολιτικού λόγου κατέληξε να αεροβατεί στον κόσμο των φαντασιώσεών του





