Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
χρίω
- απόδοση: αλείφω πιστό με λάδι ή νεοφώτιστο με μύρο / ανακηρύσσω σε επίσημη τελετή / δίνω επίσημα κάποιο τίτλο
- συγγενές: χρίζω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
χρίσθηκε υποψήφιος των συντηρητικών κατά τις αμερικανικές εκλογές





