Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υπεισέρχομαι
- απόδοση: παρεμβαίνω σε διαδικασία προκαλώντας διαφοροποίηση δεδομένων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
υπεισέρχεται ως καθοριστικός παράγοντας στη διαδικασία αποκρατικοποίησης του εν λόγω οργανισμού





