Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποπέμπω
- απόδοση: απομακρύνω κάποιον / απομακρύνω κάποιον από την θέση του / διώχνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
με απόφαση του διευθύνοντος συμβούλου αποπέμφθηκε από το λογιστήριο της εταιρείας





