Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκπαραθυρώνω
- απόδοση: ρίχνω άτομο έξω από το παράθυρο προκειμένου να το τραυματίσω ή & να το σκοτώσω / αποπέμπω από θέση ή αξίωμα κατά τρόπον βίαιο ή παράτυπο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
πληγωμένος από την προσβολή που δέχθηκε δεν δίστασε να τον εκπαραθυρώσει





