Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκπολιτίζω
- απόδοση: μεταδίδω σε άτομο ή σύνολο ατόμων ανώτερο πολιτισμό στον οποίο είμαι μυημένος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι Αλβανοί αν & Ευρωπαϊκός λαός εκπολιτίσθηκαν μερικώς στο ορατό παρελθόν





