Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επιμορφώνω
- απόδοση: προσφέρω επιμόρφωση σε εργαζόμενο αποσκοπώντας στην βελτίωση των γνώσεών του και της επαγγελματικής του κατάρτισης
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αν & "φτασμένος" ιατρός επιδίωκε να επιμορφώνεται σε θέματα της επιστήμης του





