Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποδομώ
- απόδοση: διαλύω / καταστρέφω / αποσυνθέτω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αποδόμησε τον κρατικό μηχανισμό με τα μέτρα που έλαβε προδφάτως & ουδείς διαμαρτυρήθηκε





