Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκβαρβαρώνω
- απόδοση: μεταβάλλω άτομο ή σύνολο σε βάρβαρο ήτοι απολίτιστο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δια των συνθηκών που του επέβαλε πρόκειται να τον εκβαρβαρώσει





