Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
οριοθετώ
- απόδοση: χαράζω όρια στα ακραία σημεία επιφανείας / με μεταφορική έννοια αναφερόμενοι σε καταστάσεις ιδιότητες κτλ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εξ υπαρχής οριοθέτησε τον ζωτικό του χώρο κρατώντας σε απόσταση την σύζυγό του





