Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συνθέτω > συντίθεμαι
- απόδοση: συγκεντρώνω μεμονωμένα στοιχεία προκειμένου να δημιουργήσω οργανωμένο σύνολο / δημιουργώ μουσικό ή λογοτεχνικό έργο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
συνθέτει επί μακρόν το εκκολαπτόμενο ποιητικό του έργο





