Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
οικοδομώ
- απόδοση: δημιουργώ οικοδόμημα / αναπτύσσω δια ενεργειών μου & σε συνεργασία με άλλα πρόσωπα κατάσταση πραγματική ή ιδεατή
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
νέα πολιτικά στελέχη απαιτούν να οικοδομήσουν το μέλλον της χώρας





