Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
γυμνώνω
- απόδοση: αφαιρώ τα ενδύματα από κάποιον / βγάζω από θήκη κάτι / αφαιρώ το περίβλημα από κάτι / αφαιρώ το φύλλωμα φυτών / ληστεύω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι διαρρήκτες του γύμνωσαν το γραφείο από κάθε τι το αξιόλογο σε αυτό





