Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξευμενίζω
- απόδοση: καταπραΰνω τον θυμό κάποιου που φέρεται εχθρικά
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τον εξευμένισε προκειμένου να περιορισθεί η ένταση εκ της οργής του





