Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καιροφυλακτώ
- απόδοση: περιμένω την κατάλληλη στιγμή προκειμένου να δράσω έχοντας τεταμένη την προσοχή / καραδοκώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η γείτονα χώρα καιροφυλακτεί από ετών μη ανεχόμενη την ευημερία του Ελληνισμού





