Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συμπαρίσταμαι
- απόδοση: συμπαραστέκομαι / βοηθώ δια υλικής ή ηθικής βοηθείας που παρέχω σε άτομο ή σύνολο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
συμπαρίσταται γενναίως όποτε το απαιτούν οι καταστάσεις της ζωής





