Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαπλέω
- απόδοση: διασχίζω κολυμπώντας ή δια πλωτού μέσου θαλάσσια έκταση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κατόρθωσε να διαπλεύσει από τις Σπέτσες έως τον απέναντι παράλιο τόπο χωρίς διακοπή





