Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παρενοχλώ
- απόδοση: ενοχλώ απασχολούμενο άτομο ή την ώρα που ησυχάζει / απασχολώ αντίπαλο με μικρές επιθετικές ενέργειες
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τις βραδινές ώρες παρενοχλούσε συστηματικά την φρουρά στρατοπέδου των αντιπάλων δυνάμεων





