Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαπερνώ
- απόδοση: περνώ από την μία πλευρά φτάνοντας στην άλλη / διαποτίζω / τρυπώ / επιδρώ σε κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αν & θωρακισμένο το αυτοκίνητο χρηματαποστολών το διαπέρασε επιτυχώς το βλήμα που εδέχθη
το σώμα του διαπέρασαν ρίγη συγκίνησης ως αποτέλεσμα της εικόνας που αντίκρισε





