Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξοντώνω
- απόδοση: προκαλώ τον θάνατο / θανατώνω / προκαλώ μέγιστη σωματική ή ψυχική φθορά / προκαλώ καταστροφική ζημία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τα οικονομικά μέτρα επιδιώκουν την εξόντωση της μεσαίας τάξης





