Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αγρυπνώ
- απόδοση: αποφεύγω να βρεθώ σε κατάσταση ύπνου / βρίσκομαι σε εγρήγορση ή επαγρύπνηση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι αστυνομικές δυνάμεις αγρυπνούν λόγω πληροφοριών για εκδήλωση τρομοκρατικής ενέργειας





