Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
σκανδαλίζω
- απόδοση: δια των ενεργειών μου προκαλώ το κοινό αίσθημα περί ηθικής / προτρέπω σε απαγορευμένες μικροαπολαύσεις της ζωής
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
με σκανδαλίζεις με το ιδιαίτερο φαγητό σου που όμως δεν συνιστά ο θεράπων ιατρός





