Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποστρέφω
- απόδοση: στρέφω σε άλλη κατεύθυνση το πρόσωπο ή το βλέμμα σε ένδειξη περιφρόνησης ή δυσαρέσκειας προς άτομο ή ομάδα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
όταν τον συναντά αποστρέφει το πρόσωπο επιδεικτικά





